premise
pre
ˈprɛ
pre
mise
mɪs
mis
promisepreviseprecisepremie

Ορισμός και σημασία του "premise"στα αγγλικά

01

πρόταση, αξίωμα

a theory or statement that acts as the foundation of an argument 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
premises
Παραδείγματα
The entire debate was based on the premise that economic growth benefits all members of society. 

Ολόκληρη η συζήτηση βασίστηκε στην προϋπόθεση ότι η οικονομική ανάπτυξη ωφελεί όλα τα μέλη της κοινωνίας.

02

πρόταση, κεντρική ιδέα

the central idea or foundation of a story, encompassing its main concept, conflict, characters, setting, and overall tone or genre 
Παραδείγματα
The movie's premise revolves around time travel and its consequences. 

Η πρόταση της ταινίας περιστρέφεται γύρω από το ταξίδι στο χρόνο και τις συνέπειές του.

to premise
01

υποθέτω, θεμελιώνω

to assume or accept something as preexisting or given, forming the basis for further reasoning 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
premise
γ΄ ενικό πρόσωπο
premises
ενεστώτα μετοχή
premising
απλός αόριστος
premised
παθητική μετοχή
premised
Παραδείγματα
The argument premised that all humans are rational beings. 

Το επιχείρημα υπέθεσε ότι όλοι οι άνθρωποι είναι λογικά όντα.

02

παρουσιάζω ως υπόθεση, εκφράζω προκαταρκτικά

to state or set forth something beforehand, often as an explanation or basis for what follows 
Παραδείγματα
The professor premised her lecture with a review of last week's material. 

Η καθηγήτρια προϋπέθεσε τη διάλεξή της με μια ανασκόπηση του υλικού της προηγούμενης εβδομάδας.

03

προλογίζω, εισάγω

to provide a preface, introduction, or preliminary statement for a work or presentation 
Παραδείγματα
The book was premised by a foreword from a famous scholar. 

Το βιβλίο προηγήθηκε από μια πρόλογο ενός διάσημου λόγιου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store