premiership
pre
prɪ
pri
mier
ˈmɪə
mie
ship
ʃɪp
ship

Ορισμός και σημασία του "premiership"στα αγγλικά

01

premiership, θέση του πρωθυπουργού

the office of premier 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
premierships
02

Premiership, Πρωτάθλημα

the highest level of competition within a particular league or division 
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
The Premiership is where the best teams compete for the championship title. 

Η Premiership είναι όπου οι καλύτερες ομάδες ανταγωνίζονται για τον τίτλο του πρωταθλητή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store