Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Premiership
01
premiership, θέση του πρωθυπουργού
the office of premier
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
Premiership, Πρωτάθλημα
the highest level of competition within a particular league or division
old use
Παραδείγματα
Injury setbacks can hinder a team's chances in the Premiership.
Οι αναποδιές από τραυματισμούς μπορούν να εμποδίσουν τις πιθανότητες μιας ομάδας στο Premiership.
Λεξικό Δέντρο
premiership
premier



























