prefix
Pronunciation
/ˈpɹifɪks/

Ορισμός και σημασία του "prefix"στα αγγλικά

01

πρόθημα

(grammar) a letter or a set of letters that are added to the beginning of a word to alter its meaning and make a new word
prefix definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prefixes
Παραδείγματα
In the vocabulary lesson, they focused on how prefixes can alter the meanings of root words.
Στο μάθημα λεξιλογίου, επικεντρώθηκαν στο πώς τα προθέματα μπορούν να αλλάξουν τις σημασίες των ριζικών λέξεων.
to prefix
01

προθέτω, προσθέτω πρόθημα σε

to add a prefix to the beginning of a word or base form
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prefix
γ΄ ενικό πρόσωπο
prefixes
ενεστώτα μετοχή
prefixing
απλός αόριστος
prefixed
παθητική μετοχή
prefixed
Παραδείγματα
The linguist explained how to prefix modifiers in compounds.
Ο γλωσσολόγος εξήγησε πώς να προθέτουμε τους τροποποιητές σε σύνθετες λέξεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store