Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prefix
01
πρόθημα
(grammar) a letter or a set of letters that are added to the beginning of a word to alter its meaning and make a new word
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prefixes
Παραδείγματα
Understanding common prefixes, such as 'pre-' and 'dis-,' can help students decode unfamiliar words.
Η κατανόηση κοινών προθημάτων, όπως 'pre-' και 'dis-', μπορεί να βοηθήσει τους μαθητές να αποκωδικοποιήσουν άγνωστες λέξεις.
to prefix
01
προθέτω, προσθέτω πρόθημα σε
to add a prefix to the beginning of a word or base form
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prefix
γ΄ ενικό πρόσωπο
prefixes
ενεστώτα μετοχή
prefixing
απλός αόριστος
prefixed
παθητική μετοχή
prefixed
Παραδείγματα
In English, "un-" is prefixed to many adjectives.
Στα αγγλικά, το « un- » προστίθεται ως πρόθεμα σε πολλά επίθετα.
Λεξικό Δέντρο
prefix
fix



























