Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Preference
01
προτίμηση, ροπή
a tendency or predisposition to favor something over other options
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
preferences
Παραδείγματα
His preference for morning workouts guided his schedule.
Η προτίμησή του για τα πρωινά προγράμματα γυμναστικής καθοδηγούσε το πρόγραμμά του.
02
προτίμηση, κλίση
a strong liking or fondness for something
Παραδείγματα
Ice cream remains a favorite preference for children.
Το παγωτό παραμένει μια αγαπημένη προτίμηση για τα παιδιά.
03
προτίμηση, πλεονέκτημα
an advantage or favor given to one party over another, often in trade or negotiation
Παραδείγματα
Certain nations were given preference in trade deals.
Συγκεκριμένα έθνη έλαβαν προτίμηση στις εμπορικές συμφωνίες.
04
προτεραιότητα, προτίμηση
the right or opportunity to make a choice
Παραδείγματα
The club offered preference to members when booking facilities.
Ο σύλλογος προσέφερε προτεραιότητα στα μέλη κατά την κράτηση των εγκαταστάσεων.
Λεξικό Δέντρο
preference
prefer



























