Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Preference
01
προτίμηση, ροπή
a tendency or predisposition to favor something over other options
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
preferences
Παραδείγματα
He showed a preference for classical music.
Έδειξε μια προτίμηση για την κλασική μουσική.
02
προτίμηση, κλίση
a strong liking or fondness for something
Παραδείγματα
Chocolate is her clear preference.
Η σοκολάτα είναι η σαφής προτίμησή της.
03
προτίμηση, πλεονέκτημα
an advantage or favor given to one party over another, often in trade or negotiation
Παραδείγματα
The country received trade preference under the agreement.
Η χώρα έλαβε εμπορική προτίμηση βάσει της συμφωνίας.
04
προτεραιότητα, προτίμηση
the right or opportunity to make a choice
Παραδείγματα
Students were given preference in course registration.
Οι φοιτητές έλαβαν προτεραιότητα στην εγγραφή μαθημάτων.
Λεξικό Δέντρο
preference
prefer



























