preferred
pre
prə
πρα
fer
fɜr
φερρ
red
rɛd
ρεντ
/pɹɪfˈɜːd/

Ορισμός και σημασία του "preferred"στα αγγλικά

01

προτιμώμενος, αγαπημένος

more desirable than another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most preferred
συγκριτικός βαθμός
more preferred
διαβαθμίσιμο
02

προτιμώμενος, αγαπημένος

preferred above all others and treated with partiality
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store