Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prefigure
01
προμηνύω, προαναγγέλλω
to perceive something as a sign that indicates the occurrence of something good or evil
Transitive: to prefigure a future event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prefigure
γ΄ ενικό πρόσωπο
prefigures
ενεστώτα μετοχή
prefiguring
απλός αόριστος
prefigured
παθητική μετοχή
prefigured
Παραδείγματα
The mentor 's encouraging words prefigured success for the aspiring artist.
Τα ενθαρρυντικά λόγια του μέντορα προμηνύανε την επιτυχία για τον επίδοξο καλλιτέχνη.
02
προαναπαριστώ, φαντάζομαι εκ των προτέρων
to form a mental picture or idea of something before it happens
Transitive: to prefigure sth
old use
Παραδείγματα
The architect prefigured the building ’s design before drawing the plans.
Ο αρχιτέκτονας προέβλεψε το σχέδιο του κτιρίου πριν σχεδιάσει τα σχέδια.
Λεξικό Δέντρο
prefigure
figure



























