Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prefigure
01
προμηνύω, προαναγγέλλω
to perceive something as a sign that indicates the occurrence of something good or evil
Transitive: to prefigure a future event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prefigure
γ΄ ενικό πρόσωπο
prefigures
ενεστώτα μετοχή
prefiguring
απλός αόριστος
prefigured
παθητική μετοχή
prefigured
Παραδείγματα
The sudden appearance of black cats was believed to prefigure bad luck in the old superstitions.
Η ξαφνική εμφάνιση μαύρων γατιών πιστευόταν ότι προμηνύει κακή τύχη στις παλιές δεισιδαιμονίες.
02
προαναπαριστώ, φαντάζομαι εκ των προτέρων
to form a mental picture or idea of something before it happens
Transitive: to prefigure sth
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
She prefigured the excitement of seeing her family after a long trip.
Είχε προβλέψει τον ενθουσιασμό της συνάντησης με την οικογένειά της μετά από ένα μακρύ ταξίδι.
Λεξικό Δέντρο
prefigure
figure



























