Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preferential
01
προτιμησιακός, προνόμιος
showing or giving advantage, favor, or priority to someone or something over others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most preferential
συγκριτικός βαθμός
more preferential
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Employees with longer service records received preferential treatment during the promotion process.
Οι υπάλληλοι με μεγαλύτερη προϋπηρεσία έλαβαν προνομιακή μεταχείριση κατά τη διαδικασία προαγωγής.
Λεξικό Δέντρο
preferentially
preferential
preferent
prefer



























