predicament
pre
pri
πρι
di
ˈdɪ
ντι
ca
κα
ment
mənt
μαντ
/pɹɪdˈɪkəmənt/

Ορισμός και σημασία του "predicament"στα αγγλικά

01

δύσκολη κατάσταση, απελπιστική θέση

a difficult or unpleasant situation that is hard to deal with
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
predicaments
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store