Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to predate
01
προηγούμαι, υπάρχω νωρίτερα
to exist or occur at an earlier time than something else
Transitive: to predate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
predate
γ΄ ενικό πρόσωπο
predates
ενεστώτα μετοχή
predating
απλός αόριστος
predated
παθητική μετοχή
predated
Παραδείγματα
Fossils of dinosaurs predate modern humans by millions of years.
Τα απολιθώματα δεινοσαύρων προηγούνται των σύγχρονων ανθρώπων κατά εκατομμύρια χρόνια.
02
θηρεύω, πιάνω ως θήραμα
to hunt, catch, and eat another animal as prey
Transitive: to predate a prey
Παραδείγματα
The eagle predated the rabbit, swooping down from the sky.
Ο αετός θήρευσε το κουνέλι, καταφέροντας από τον ουρανό.
Λεξικό Δέντρο
predation
predator
predatory
predate
date



























