Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to predate
01
προηγούμαι, υπάρχω νωρίτερα
to exist or occur at an earlier time than something else
Transitive: to predate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
predate
γ΄ ενικό πρόσωπο
predates
ενεστώτα μετοχή
predating
απλός αόριστος
predated
παθητική μετοχή
predated
Παραδείγματα
Early forms of currency predate modern monetary systems.
Οι πρώιμες μορφές νομισμάτων προηγούνται των σύγχρονων νομισματικών συστημάτων.
02
θηρεύω, πιάνω ως θήραμα
to hunt, catch, and eat another animal as prey
Transitive: to predate a prey
Παραδείγματα
Snakes predate small rodents, using their venom to catch them.
Τα φίδια θηρεύουν μικρά τρωκτικά, χρησιμοποιώντας το δηλητήριό τους για να τα πιάσουν.
Λεξικό Δέντρο
predation
predator
predatory
predate
date



























