to precondition
Pronunciation
/ˌpɹikənˈdɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "precondition"στα αγγλικά

to precondition
01

προϋποθέτω, προετοιμάζω εκ των προτέρων

to establish a necessary requirement or condition that must be met before something else can happen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
precondition
γ΄ ενικό πρόσωπο
preconditions
ενεστώτα μετοχή
preconditioning
απλός αόριστος
preconditioned
παθητική μετοχή
preconditioned
Παραδείγματα
To ensure the best performance, the mechanic preconditioned the engine by running it at low speeds first.
Για να διασφαλιστεί η καλύτερη απόδοση, ο μηχανικός προπροσδιόρισε τον κινητήρα τρέχοντάς τον πρώτα σε χαμηλές ταχύτητες.
01

προϋπόθεση

a condition that must be met or established before other things can occur or be considered
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
preconditions
02

προϋπόθεση, υπόθεση

an assumption that is taken for granted
03

προϋπόθεση, προαπαιτούμενο

an assumption on which rests the validity or effect of something else
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store