Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to precondition
01
προϋποθέτω, προετοιμάζω εκ των προτέρων
to establish a necessary requirement or condition that must be met before something else can happen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
precondition
γ΄ ενικό πρόσωπο
preconditions
ενεστώτα μετοχή
preconditioning
απλός αόριστος
preconditioned
παθητική μετοχή
preconditioned
Παραδείγματα
To ensure the best performance, the mechanic preconditioned the engine by running it at low speeds first.
Για να διασφαλιστεί η καλύτερη απόδοση, ο μηχανικός προπροσδιόρισε τον κινητήρα τρέχοντάς τον πρώτα σε χαμηλές ταχύτητες.
Precondition
01
προϋπόθεση
a condition that must be met or established before other things can occur or be considered
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
preconditions
02
προϋπόθεση, υπόθεση
an assumption that is taken for granted
03
προϋπόθεση, προαπαιτούμενο
an assumption on which rests the validity or effect of something else
Λεξικό Δέντρο
precondition
condition



























