preconceived
Pronunciation
/ˌpɹikənˈsivd/

Ορισμός και σημασία του "preconceived"στα αγγλικά

preconceived
01

προκατειλημμένος, προϋπάρχων

(of ideas or opinions) formed before having enough information or experience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most preconceived
συγκριτικός βαθμός
more preconceived
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His preconceived biases prevented him from seeing the situation from a different perspective.
Οι προκατειλημμένες προκαταλήψεις του τον εμπόδισαν να δει την κατάσταση από μια διαφορετική οπτική γωνία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store