Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preconceived
01
προκατειλημμένος, προϋπάρχων
(of ideas or opinions) formed before having enough information or experience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most preconceived
συγκριτικός βαθμός
more preconceived
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She approached the project with an open mind, free from any preconceived notions about how it should be done.
Πλησίασε το έργο με ανοιχτό μυαλό, ελεύθερη από οποιεσδήποτε προκαταλήψεις σχετικά με το πώς θα έπρεπε να γίνει.
Λεξικό Δέντρο
preconceived
preconceive
conceive



























