Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Precision
01
ακρίβεια
being able to do something the same way every time, without errors
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
In cooking, using the same amount of an ingredient every time shows precision.
Στη μαγειρική, η χρήση της ίδιας ποσότητας ενός συστατικού κάθε φορά δείχνει ακρίβεια.
02
ακρίβεια, ακριβολογία
the quality of being very careful and accurate, especially in performing tasks or making measurements
Παραδείγματα
The engineer worked with great precision to ensure the machine was perfect.
Ο μηχανικός εργάστηκε με μεγάλη ακρίβεια για να διασφαλίσει ότι η μηχανή ήταν τέλεια.
Λεξικό Δέντρο
imprecision
precisionism
precision
precis



























