Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preachy
01
κηρυγματικός, ηθικολογικός
tending to persuade people by offering moral advice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
preachiest
συγκριτικός βαθμός
preachier
διαβαθμίσιμο



























