preachy
prea
ˈpri:
pri
chy
ʧi
chi
peachy

Ορισμός και σημασία του "preachy"στα αγγλικά

01

κηρυγματικός, ηθικολογικός

tending to persuade people by offering moral advice 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
preachiest
συγκριτικός βαθμός
preachier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
communication, behavior, morality

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store