Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pray
01
προσεύχομαι, ικετεύω
to speak to God or a deity, often to ask for help, express gratitude, or show devotion
Intransitive: to pray | to pray for sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pray
γ΄ ενικό πρόσωπο
prays
ενεστώτα μετοχή
praying
απλός αόριστος
prayed
παθητική μετοχή
prayed
Παραδείγματα
In times of trouble, people often pray for guidance and strength.
Σε καιρούς δυσκολίας, οι άνθρωποι συχνά προσεύχονται για καθοδήγηση και δύναμη.
02
προσεύχομαι, ικετεύω
to ask or request something politely or earnestly
Transitive: to pray to do sth
Ditransitive: to pray sb do sth
Παραδείγματα
I pray you do not keep me waiting any longer.
Σας παρακαλώ να μην με κάνετε να περιμένω περισσότερο.
03
προσεύχομαι, ελπίζω
to hope or wish for something deeply
Transitive: to pray that
Intransitive: to pray for sth
Παραδείγματα
I pray that everything goes well during the exam.
Προσεύχομαι να πάνε όλα καλά κατά τη διάρκεια της εξέτασης.
Λεξικό Δέντρο
prayer
pray



























