Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prattle
01
φλυαρώ, κουβεντιάζω ασυναρτησίες
to talk a lot about unimportant things and in a way that may seem foolish
Intransitive: to prattle about sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prattle
γ΄ ενικό πρόσωπο
prattles
ενεστώτα μετοχή
prattling
απλός αόριστος
prattled
παθητική μετοχή
prattled
Παραδείγματα
She prattled about the latest celebrity gossip without noticing the disinterest of her friends.
Αυτή φλυάρησε για τις τελευταίες διαδόσεις των διασημοτήτων χωρίς να παρατηρήσει την αδιαφορία των φίλων της.
Prattle
01
φλυαρία, κουβεντολόι
foolish or trivial talk
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her grandmother 's prattle about old times was oddly comforting.
Η φλυαρία της γιαγιάς της για παλιούς καιρούς ήταν παράξενα ανακουφιστική.
Λεξικό Δέντρο
prattler
prattle



























