to prattle
prattle
prætl
prātl
seattlebrattlechattelrattle

Ορισμός και σημασία του "prattle"στα αγγλικά

to prattle
01

φλυαρώ, κουβεντιάζω ασυναρτησίες

to talk a lot about unimportant things and in a way that may seem foolish 
Intransitive: to prattle about sth
to prattle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prattle
γ΄ ενικό πρόσωπο
prattles
ενεστώτα μετοχή
prattling
απλός αόριστος
prattled
παθητική μετοχή
prattled
Παραδείγματα
During the long car ride, the toddler prattled on about imaginary friends and adventures. 

Κατά τη διάρκεια του μεγάλου αυτοκινητινού ταξιδιού, το νήπιο φλυάρει για φανταστικούς φίλους και περιπέτειες.

01

φλυαρία, κουβεντολόι

foolish or trivial talk 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prattles
Παραδείγματα
The meeting was filled with endless prattle that led nowhere. 

Η συνάντηση ήταν γεμάτη με ατελείωτες φλυαρίες που δεν οδηγούσαν πουθενά.

Λεξικό Δέντρο

prattler
prattle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store