Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prate
01
φλυαρώ, κουβεντιάζω ασήμαντα
to talk at length in a foolish or inconsequential way
Παραδείγματα
The radio host had a tendency to prate, filling the airwaves with nonsensical banter.
Ο ραδιοφωνικός παρουσιαστής είχε την τάση να φλυαρεί, γεμίζοντας τα κύματα με ανοησίες.
Prate
01
φλυαρία, κελαηδήματα
chatter without substance
Παραδείγματα
The hallway echoed with the prate of gossiping students.



























