prate
prate
preɪt
πρειτ
/pɹˈe‍ɪt/

Ορισμός και σημασία του "prate"στα αγγλικά

to prate
01

φλυαρώ, κουβεντιάζω ασήμαντα

to talk at length in a foolish or inconsequential way
Παραδείγματα
The radio host had a tendency to prate, filling the airwaves with nonsensical banter.
Ο ραδιοφωνικός παρουσιαστής είχε την τάση να φλυαρεί, γεμίζοντας τα κύματα με ανοησίες.
01

φλυαρία, κελαηδήματα

chatter without substance
Παραδείγματα
The hallway echoed with the prate of gossiping students.
Ο διάδρομος αντηχούσε από το κουβεντολόι των φοιτητών που κουτσομπολεύουν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store