Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prate
01
φλυαρώ, κουβεντιάζω ασήμαντα
to talk at length in a foolish or inconsequential way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prate
γ΄ ενικό πρόσωπο
prates
ενεστώτα μετοχή
prating
απλός αόριστος
prated
παθητική μετοχή
prated
Παραδείγματα
Despite being focused on the meeting agenda, he continued to prate about irrelevant personal anecdotes.
Παρά το ότι ήταν επικεντρωμένος στην ημερήσια διάταξη της συνάντησης, συνέχισε να φλυαρεί για άσχετες προσωπικές ανέκδοτες.
Prate
01
φλυαρία, κελαηδήματα
chatter without substance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
I've had enough of his endless prate about office politics.
Έχω βαρεθεί την ατελείωτη φλυαρία του για την πολιτική του γραφείου.



























