Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to praise
01
επαινώ, εκθειάζω
to express admiration or approval toward something or someone
Transitive: to praise sb for sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
praise
γ΄ ενικό πρόσωπο
praises
ενεστώτα μετοχή
praising
απλός αόριστος
praised
παθητική μετοχή
praised
Παραδείγματα
The teacher praised the student for their outstanding performance on the challenging assignment.
Ο δάσκαλος έπαινε τον μαθητή για την εξαιρετική του απόδοση στην πρόκληση εργασίας.
Praise
01
έπαινος, εκθαύμαση
an expression of approval, admiration, or commendation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
praises
Παραδείγματα
The teacher received praise for her innovative lessons.
Η δασκάλα έλαβε έπαινο για τα καινοτόμα μαθήματά της.
02
έπαινος, δόξα
the act of honoring or glorifying, often in a religious context
Παραδείγματα
The congregation sang songs of praise.
Η συγκέντρωση τραγούδησε τραγούδια έπαινου.
Λεξικό Δέντρο
overpraise
praising
praise



























