practitioner
prac
præk
prāk
ti
ˈtɪ
ti
tio
ʃə
shē
ner
exhibitionerpositionermissioner

Ορισμός και σημασία του "practitioner"στα αγγλικά

01

επαγγελματίας, επαγγελματίας υγείας

someone who is involved in a profession, particularly medicine 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
practitioners
Παραδείγματα
The healthcare practitioner provided compassionate care to her patients. 

Ο επαγγελματίας υγείας παρείχε συμπονετική φροντίδα στους ασθενείς της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store