powered
powered
'paʊəd
pawed
powdered

Ορισμός και σημασία του "powered"στα αγγλικά

01

τροφοδοτούμενος, κινούμενος

(often used in combination) operated by a specific type of energy or force 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The solar-powered calculator operates using energy from sunlight. 

Η αριθμομηχανή με ηλιακή ενέργεια λειτουργεί χρησιμοποιώντας ενέργεια από το φως του ήλιου.

Λεξικό Δέντρο

overpowered
unpowered
powered
power
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store