Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
powered
01
τροφοδοτούμενος, κινούμενος
(often used in combination) operated by a specific type of energy or force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The gas-powered generator provides backup power during outages.
Ο γαζιού γεννήτρια παρέχει εφεδρική ισχύ κατά τη διάρκεια διακοπών.
Λεξικό Δέντρο
overpowered
unpowered
powered
power



























