balanced
ba
ˈbæ
μπαι
lanced
lənst
λανστ

Ορισμός και σημασία του "balanced"στα αγγλικά

01

ισορροπημένος, σταθερός

evenly distributed or in a state of stability 
balanced definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most balanced
συγκριτικός βαθμός
more balanced
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
nutrition, health, state
Παραδείγματα
She maintained a balanced diet consisting of fruits, vegetables, and proteins. 

Διατήρησε μια ισορροπημένη διατροφή που αποτελείται από φρούτα, λαχανικά και πρωτεΐνες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

imbalanced
unbalanced
balanced
balance
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store