Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pour down
01
χύνω, βρέχει καταρρακτωδώς
to rain very heavily and continuously
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
pour
ενεστώτας
pour down
γ΄ ενικό πρόσωπο
pours down
ενεστώτα μετοχή
pouring down
απλός αόριστος
poured down
παθητική μετοχή
poured down
Παραδείγματα
As we started the picnic, it began to pour down.
Καθώς ξεκινήσαμε το πικνίκ, άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς.
02
καταπίνω, ρηχά
to drink something completely and quickly
Παραδείγματα
He was so thirsty that he poured the entire glass of water down in seconds.
Ήταν τόσο διψασμένος που ήπιε ολόκληρο το ποτήρι νερό σε δευτερόλεπτα.



























