Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Poultice
01
κατάπλασμα, επιδέσμη
a moist mixture applied to the skin for healing, reducing inflammation, or relieving pain
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
poultices
Παραδείγματα
The nurse applied a poultice to draw out the infection from the wound.
Η νοσοκόμα εφάρμοσε ένα κατάπλασμα για να εξαγάγει τη λοίμωξη από το τραύμα.
to poultice
01
επιθέτω καππάμα, βάζω καππάμα
dress by covering with a therapeutic substance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
poultice
γ΄ ενικό πρόσωπο
poultices
ενεστώτα μετοχή
poulticing
απλός αόριστος
poulticed
παθητική μετοχή
poulticed
LanGeek



























