poultice
poul
ˈpəʊl
pewl
tice
tɪs
tis
boletus

Ορισμός και σημασία του "poultice"στα αγγλικά

01

κατάπλασμα, επιδέσμη

a moist mixture applied to the skin for healing, reducing inflammation, or relieving pain 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
poultices
Παραδείγματα
The nurse applied a poultice to draw out the infection from the wound. 

Η νοσοκόμα εφάρμοσε ένα κατάπλασμα για να εξαγάγει τη λοίμωξη από το τραύμα.

to poultice
01

επιθέτω καππάμα, βάζω καππάμα

dress by covering with a therapeutic substance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
poultice
γ΄ ενικό πρόσωπο
poultices
ενεστώτα μετοχή
poulticing
απλός αόριστος
poulticed
παθητική μετοχή
poulticed

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store