Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Poulet
01
κοτόπουλο
the flesh of a chicken used for food
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κοτόπουλο
LanGeek