poulet
pou
ˈpu:
που
let
lət
λατ
/pˈuːlət/

Ορισμός και σημασία του "poulet"στα αγγλικά

01

κοτόπουλο

the flesh of a chicken used for food
poulet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store