Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pouf
01
πουφ, χαμηλό
a low, cushioned seat or footstool that is typically round or cylindrical in shape
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
poufs
02
πουστής, πούστης
offensive term for a homosexual man
LanGeek



























