Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Potty chair
01
καθιστικό ποτιστήρι, παιδική τουαλέτα
toilet consisting of a small seat used by young children
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
potty chairs
LanGeek



























