Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pottery
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She enjoys pottery as a creative hobby, making mugs and bowls.
Απολαμβάνει την κεραμική ως δημιουργικό χόμπι, φτιάχνοντας κούπες και μπολ.
02
κεραμική, αγγειοπλαστική
pots, dishes, etc. that are made of clay by hand and then baked in a kiln to be hardened
03
κεραμείο, εργαστήριο κεραμικής
a workshop where clayware is made
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pottery
pot



























