potter's wheel
potter's
pɒtəz
potēz
wheel
wi:l
vil

Ορισμός και σημασία του "potter's wheel"στα αγγλικά

Potter's wheel
01

αγγειοπλαστικός τροχός, τροχός αγγειοπλάστη

a type of pottery wheel used to shape clay into pottery and other ceramic objects 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
potter's wheels

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store