potted
Pronunciation
/ˈpɑtɪd/

Ορισμός και σημασία του "potted"στα αγγλικά

01

σε γλάστρα, καλλιεργημένο σε γλάστρα

of plants; planted or grown in a pot
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

συνοπτικός, συμπυκνωμένος

(of a literary work) abridged and put in a concise and clear form
Dialectbritish flagBritish
03

κονσερβαρισμένος, διατηρημένος

preserved and stored in glass or metal containers to maintain quality and flavor over time
Παραδείγματα
The artisanal shop sold various potted delicacies, including olives and chutneys.
Το χειροτεχνικό κατάστημα πωλούσε διάλλα κονσερβοποιημένα λιχουδιές, συμπεριλαμβανομένων ελιών και τσάτνεϊ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store