pottage
po
ˈpɒ
po
ttage
tɪʤ
tij
postagepotageportage
potage

Ορισμός και σημασία του "pottage"στα αγγλικά

01

χορτοπίλαφο, παχύ σούπα

a thick soup or stew made by boiling vegetables, grains, and sometimes meat together 
pottage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pottages
02

χορτοσούπα, παχύ σούπα

thick (often creamy) soup 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pottage
pot
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store