Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Potluck
01
κοινό γεύμα, πάρτι όπου κάθε καλεσμένος φέρνει ένα πιάτο
a meal or party where each guest brings a dish to share with the group, typically without prior coordination of what dishes will be prepared
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
potlucks



























