baker
Pronunciation
/ˈbeɪkɝ/

Ορισμός και σημασία του "baker"στα αγγλικά

01

αρτοποιός, ζαχαροπλάστης

someone whose job is baking and selling bread and cakes
baker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bakers
02

φούρναρης, ζαχαροπλάστης

someone who bakes commercially
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store