Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to postdate
01
μεταχρονολογώ, ορίζω μεταγενέστερη ημερομηνία
to assign a later date or time to something in relation to a specific point of reference
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
postdate
γ΄ ενικό πρόσωπο
postdates
ενεστώτα μετοχή
postdating
απλός αόριστος
postdated
παθητική μετοχή
postdated
Παραδείγματα
The historian decided to postdate the discovery of the ancient artifact, realizing it belonged to a later time period.
Ο ιστορικός αποφάσισε να μεταθέσει την ημερομηνία ανακάλυψης του αρχαίου αντικειμένου, συνειδητοποιώντας ότι ανήκε σε μια μεταγενέστερη χρονική περίοδο.
02
μεταχρονολογώ, συμβαίνει μετά από
to occur or exist at a time that is later than a specified point in time or event
Παραδείγματα
The invention of the Internet postdates the widespread use of typewriters in offices.
Η εφεύρεση του Διαδικτύου έγινε μετά την ευρεία χρήση των γραφομηχανών στα γραφεία.
Λεξικό Δέντρο
postdate
date



























