bailiwick
bai
ˈbeɪ
bei
li
wick
wɪk
vik

Ορισμός και σημασία του "bailiwick"στα αγγλικά

01

πεδίο γνώσης, ειδικότητα

a branch of knowledge 
bailiwick definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bailiwicks
02

δικαιοδοσία, αρμοδιότητα

the area over which a bailiff has jurisdiction 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store