bailiff
bai
ˈbeɪ
μπει
liff
ləf
λαφ
/bˈe‍ɪlɪf/

Ορισμός και σημασία του "bailiff"στα αγγλικά

01

δικαστικός επιμελητής, αξιωματικός δικαιοσύνης

an officer in a court of law whose responsibility is to keep order, watch prisoners, etc.
bailiff definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bailiffs
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store