Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bailiff
01
an officer in a court of law whose responsibility is to keep order, watch prisoners, etc.
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bailiffs
Παραδείγματα
The bailiff called the courtroom to order before the judge entered.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bailiffship
bailiff



























