portrait
port
ˈpɔ:t
ποτ
rait
reɪt
ρειτ

Ορισμός και σημασία του "portrait"στα αγγλικά

01

πορτραίτο, προσωπογραφία

a drawing, photograph, or painting of a person, particularly of their face and shoulders 
portrait definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
portraits
Παραδείγματα
The artist completed a beautiful portrait of the young girl, capturing her serene expression. 

Ο καλλιτέχνης ολοκλήρωσε ένα όμορφο πορτρέτο του νεαρού κοριτσιού, καταγράφοντας την γαλήνια έκφρασή του.

1.1

πορτραίτο, λεπτομερής περιγραφή

a detailed and vivid description of a person's appearance and character through words, capturing their essence and personality 
Παραδείγματα
The novel's opening chapter includes a compelling portrait of the main character, highlighting his rugged looks and kind nature. 

Το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος περιλαμβάνει μια συναρπαστική προσωπογραφία του κύριου χαρακτήρα, τονίζοντας την τραχιά εμφάνισή του και την καλή φύση του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

portraitist
portrait
portray

port

+

ray

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store