Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
portable
01
φορητός, μεταφερόμενος
easily carried or moved from one place to another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most portable
συγκριτικός βαθμός
more portable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The portable crib was convenient for traveling with the baby.
Η φορητή κούνια ήταν βολική για ταξίδια με το μωρό.
02
φορητός, αποσπώμενος
of a motor designed to be attached to the outside of a boat's hull
Portable
01
φορητή γραφομηχανή, φορητή
a small light typewriter; usually with a case in which it can be carried
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
portables
Λεξικό Δέντρο
portability
unportable
portable
port



























