portable
portable
'pɔ:təbl
pawtēbl
pourablepotableporthole

Ορισμός και σημασία του "portable"στα αγγλικά

01

φορητός, μεταφερόμενος

easily carried or moved from one place to another 
portable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most portable
συγκριτικός βαθμός
more portable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The portable speaker allowed us to enjoy music wherever we went. 

Το φορητό ηχείο μας επέτρεψε να απολαμβάνουμε μουσική όπου πηγαίναμε.

02

φορητός, αποσπώμενος

of a motor designed to be attached to the outside of a boat's hull 
01

φορητή γραφομηχανή, φορητή

a small light typewriter; usually with a case in which it can be carried 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
portables
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store