portable
por
ˈpɔr
πορ
ta
τα
ble
bəl
μπαλ
/pˈɔːtəbə‍l/

Ορισμός και σημασία του "portable"στα αγγλικά

01

φορητός, μεταφερόμενος

easily carried or moved from one place to another
portable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most portable
συγκριτικός βαθμός
more portable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The portable crib was convenient for traveling with the baby.
Η φορητή κούνια ήταν βολική για ταξίδια με το μωρό.
02

φορητός, αποσπώμενος

of a motor designed to be attached to the outside of a boat's hull
01

φορητή γραφομηχανή, φορητή

a small light typewriter; usually with a case in which it can be carried
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
portables
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store