porker
por
ˈpɔ:
paw
ker
ka
ka
porterpoker

Ορισμός και σημασία του "porker"στα αγγλικά

01

χοντρός, γουρούνι

a fat or overweight person 
porker definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
Παραδείγματα
She gained thirty pounds and her ex started calling her a porker behind her back. 

Αυτή πήρε τριάντα λίβρες και ο πρώην της άρχισε να την αποκαλεί γουρουνάκι πίσω από την πλάτη της.

02

χοίρος παχυντικός, χοίρος που παχύνεται

a pig fattened to provide meat 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
porkers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store