pork
pork
pɔ:k
ποκ
corkmorkstorktorque

Ορισμός και σημασία του "pork"στα αγγλικά

01

χοιρινό, κρέας χοίρου

meat from a pig, eaten as food 
pork definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
porks
Παραδείγματα
The chef prepared a delicious dish using tender pork loin and a savory sauce. 

Ο σεφ ετοίμασε ένα νόστιμο πιάτο χρησιμοποιώντας τρυφερό χοιρινό φιλέτο και μια αλμυρή σάλτσα.

02

προϋπολογισμός πελατειακών σχέσεων, εκλογική χρηματοδότηση

a legislative appropriation designed to ingratiate legislators with their constituents 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

porky
pork
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store