Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pore
01
πόρος, δερματικό άνοιγμα
any tiny opening in the skin through which sweat can pass
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pores
02
πόρος, τρύπα
any tiny hole admitting passage of a liquid (fluid or gas)
03
στόμα, πόρος
a minute epidermal pore in a leaf or stem through which gases and water vapor can pass
to pore
01
συγκεντρώνομαι, κατευθύνω την προσοχή
direct one's attention on something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pore
γ΄ ενικό πρόσωπο
pores
ενεστώτα μετοχή
poring
απλός αόριστος
pored
παθητική μετοχή
pored
Λεξικό Δέντρο
porosity
porous
pore



























