Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pop up
01
εμφανίζομαι, ξεπετάγομαι
to appear or happen unexpectedly
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
pop
ενεστώτας
pop up
γ΄ ενικό πρόσωπο
pops up
ενεστώτα μετοχή
popping up
απλός αόριστος
popped up
παθητική μετοχή
popped up
Παραδείγματα
Every now and then, a memory of our trip would pop up in our conversations.
Ποτέ-ποτέ, μια ανάμνηση από το ταξίδι μας εμφανιζόταν στις συζητήσεις μας.



























