Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pony up
01
πληρώνω, βγάζω λεφτά
to pay money owed, such as a bill, debt, or required contribution
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
pony
ενεστώτας
pony up
γ΄ ενικό πρόσωπο
ponies up
ενεστώτα μετοχή
ponying up
απλός αόριστος
ponied up
παθητική μετοχή
ponied up
Παραδείγματα
He finally ponied up the cash for dinner after some nudging.
Τελικά ξόφλησε τα χρήματα για το δείπνο μετά από μερικές πιέσεις.



























