polyglot
po
ˈpɒ
πο
lyg
lɪg
λιγκ
lot
lɒt
λοτ

Ορισμός και σημασία του "polyglot"στα αγγλικά

01

πολύγλωσσος, πολυγλωττικός

a person who can speak or understand multiple languages 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
polyglots
Παραδείγματα
She is a polyglot who speaks seven languages fluently. 

Είναι μια πολύγλωσση που μιλάει επτά γλώσσες με ευφράδεια.

01

πολύγλωσσος

able to understand and communicate in multiple languages 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most polyglot
συγκριτικός βαθμός
more polyglot
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
language, ability, education

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store