Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Polygamist
01
πολυγαμιστής, άτομο που ασκεί πολυγαμία
someone who has multiple spouses simultaneously
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
polygamists



























