Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Poltroon
01
δειλός, φυγόπονος
an absolute pathetic coward
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
poltroons
poltroon
01
δειλός, άνανδρος
characterized by complete cowardliness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most poltroon
συγκριτικός βαθμός
more poltroon
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, character, morality
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
poltroonery
poltroon



























