Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pollution
Παραδείγματα
The pollution caused by plastic waste is a growing environmental crisis.
Η ρύπανση που προκαλείται από τα πλαστικά απορρίμματα είναι μια αυξανόμενη περιβαλλοντική κρίση.
02
ρύπανση, μολύνση
the introduction of harmful or unwanted substances into the environment, typically causing harm to ecosystems, human health, or the planet
Παραδείγματα
Pollution from cars contributes to poor air quality in urban areas.
Η ρύπανση από τα αυτοκίνητα συμβάλλει στην κακή ποιότητα αέρα στις αστικές περιοχές.
03
ρύπανση, μόλυνση
the condition or state in which something such as air, water, or land is polluted
Παραδείγματα
The forest is in a state of pollution, with waste and chemicals scattered across the ground.
Το δάσος βρίσκεται σε κατάσταση ρύπανσης, με σκουπίδια και χημικά σκορπισμένα στο έδαφος.
Λεξικό Δέντρο
pollution
pollute



























