Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pollution
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pollutions
Παραδείγματα
The pollution in the lake has made the water toxic to fish and plants.
Η ρύπανση στη λίμνη έχει κάνει το νερό τοξικό για τα ψάρια και τα φυτά.
02
ρύπανση, μολύνση
the introduction of harmful or unwanted substances into the environment, typically causing harm to ecosystems, human health, or the planet
Παραδείγματα
The factory was fined for the pollution of the nearby stream with toxic waste.
Το εργοστάσιο επιβλήθηκε πρόστιμο για τη μόλυνση του κοντινού ρυακιού με τοξικά απόβλητα.
03
ρύπανση, μόλυνση
the condition or state in which something such as air, water, or land is polluted
Παραδείγματα
The city has been in a state of pollution for years due to poor waste management.
Η πόλη βρίσκεται σε κατάσταση ρύπανσης εδώ και χρόνια λόγω κακής διαχείρισης απορριμμάτων.
Λεξικό Δέντρο
pollution
pollute



























