Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Polling station
01
εκλογικό κέντρο, σταθμός ψηφοφορίας
a specific place where voters go to cast their vote in an election
Παραδείγματα
Security measures were put in place at every polling station to ensure a fair process.
Λήφθηκαν μέτρα ασφαλείας σε κάθε εκλογικό κέντρο για να διασφαλιστεί μια δίκαιη διαδικασία.



























