pollination
Pronunciation
/ˌpɑɫəˈneɪʃən/
pollenation

Ορισμός και σημασία του "pollination"στα αγγλικά

01

επικονίαση, γονιμοποίηση των φυτών

(biology) the process of producing plant seeds by transferring a powdery substance from one plant to the other
pollination definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Farmers often rely on natural pollination or introduce managed pollinators like honeybees to increase crop yields and ensure fruit and seed production.
Οι αγρότες συχνά βασίζονται στη φυσική επικονίαση ή εισάγουν διαχειριζόμενους επικονιαστές όπως οι μέλισσες για να αυξήσουν τις αποδόσεις των καλλιεργειών και να διασφαλίσουν την παραγωγή φρούτων και σπόρων.

Λεξικό Δέντρο

pollination
pollinate
pollen
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store