Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Polka dot
01
πολκα ντoτ, μοτίβο με τελείες
a pattern consisting of round spots that are equally spaced apart and can vary in size and color
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
polka dots
LanGeek



























