polka
pol
ˈpɒl
pol
ka

Ορισμός και σημασία του "polka"στα αγγλικά

01

πόλκα, χορός πόλκα

a fast couple dance in duple time that was developed in Bohemia in the 19th century 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
polkas
02

πόλκα, χορός πόλκα

a Bohemian dance with 3 steps and a hop in fast time 
to polka
01

χορεύω πολκά

dance a polka 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
polka
γ΄ ενικό πρόσωπο
polkas
ενεστώτα μετοχή
polkaing
απλός αόριστος
polkaed
παθητική μετοχή
polkaed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store